Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Παρέμβαση Νίκου Κοτζιά στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Βουλή των Ελλήνων (11/7/16)

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ (Υπουργός Εξωτερικών): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Ξέρετε ότι είμαι και στην κοινοβουλευτική μου παρουσία λιγομίλητος, ως οφείλει να είναι ένας Υπουργός Εξωτερικών. Αλλά αφού έχουμε θέμα του αντικειμένου μου, επιτρέψτε μου να πω ορισμένα πράγματα.
Πρώτα απ’ όλα, θέλω να ευχαριστήσω τα κόμματα για τη στάση που κράτησαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και που έδωσαν τη δυνατότητα οι πλάτες της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας να είναι καλά στημένες, χωρίς ανασφάλειες και χωρίς αμφιβολίες για το πώς βλέπει η πλειονότητα των Ελλήνων αυτή τη διαπραγμάτευση. Θέλω να τους ευχαριστήσω όλους και επισήμως από αυτό το Βήμα.
Επίσης, θέλω να σας πω ότι σήμερα το πρωί έχουμε το πρώτο σχέδιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ προς το Συμβούλιο Ασφαλείας. Είναι το σχέδιο που έχει υποβάλει. Σ’ αυτό έχει τρεις ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις:
Πρώτον, αναφέρει ότι η Διάσκεψη της Γενεύης σηματοδότησε ένα ιστορικό και αποφασιστικό στάδιο κατά τις συνομιλίες -δεν κάνει αξιολόγηση δηλαδή, ότι απέτυχε ή ότι δεν θα συνεχιστεί- και θεωρεί ότι ήταν η πρώτη φορά που οι δύο κοινότητες και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις συναντήθηκαν, προκειμένου να συζητήσουν κεφάλαια ασφάλειας και εγγυήσεων. Είναι η παράγραφος 4 του σχεδίου για το Συμβούλιο Ασφαλείας.
Στην ίδια παράγραφο λέει ότι είναι μεγάλο βήμα που αναδείχθηκε στην ίδια τη διαπραγμάτευση το θέμα των εγγυήσεων και στην παράγραφο 42 υπογραμμίζει ότι ο Οργανισμός παραμένει στη διάθεση των μερών, δηλαδή όλων εμάς που συμμετείχαμε, στο πλαίσιο του ρόλου του για να διευκολύνει την παραπέρα διαδικασία του Κυπριακού. Μας δίνει, δηλαδή, ανοιχτό δρόμο για να συνεχίσουμε να παλεύουμε για μια ορθή και σωστή λύση του Κυπριακού.
Δεύτερον -και αυτό θα το καταθέσω στα Πρακτικά-, η παράγραφος 21 της τελευταίας Συνόδου Κορυφής της Ευρώπης είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στο Κυπριακό, μετά από μια συζήτηση που προκάλεσε ο Πρόεδρος της Κύπρου και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας στο ίδιο το Συμβούλιο της Συνόδου Κορυφής. Το καταθέτω, γιατί υπήρξε ένα ερώτημα για ποιον λόγο ο Πρωθυπουργός δεν ασχολήθηκε με αυτό το ζήτημα. Υπάρχει γραπτώς. Είναι η παράγραφος 21, των συμπερασμάτων.
(Στο σημείο αυτό ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Νικόλαος Κοτζιάς καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)
Επίσης, φροντίσαμε η Ευρωπαϊκή Ένωση να είναι παρατηρητής για πρώτη φορά σε αυτήν την πενταμερή Διάσκεψη.
Και τρίτον, μπορέσαμε να έχουμε εκφρασμένη τη θέληση και γνώμη κατά τις διμερείς συναντήσεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση η Ευρωπαϊκή Ένωση να δεχτεί παρεμβατικά δικαιώματα στο έδαφός της, σε κράτος μέλος, που διεκδικούσε και απαιτεί η Τουρκία. Αυτά τα δυο κείμενα για τα διευκρινιστικά.
Τώρα θα σας πω τις σκέψεις μου. Αυτό το μάθημα που έβγαλα για τον εαυτό μου, διότι όλοι πρέπει να μαθαίνουμε, είναι ότι μια καλά σχεδιασμένη και επίμονη διαπραγμάτευση, σε συνδυασμό με την ισχυρή συνεργασία με την Κυπριακή Κυβέρνηση -και έχουμε πέντε φορές τον κ. Αναστασιάδη να επαναλαμβάνει χθες στη συνέντευξη Τύπου πόσο ισχυρή και σταθερή ήταν αυτή η συνεργασία-, μας δίνει τη δυνατότητα να προωθήσουμε μια ατζέντα διαφορετική απ’ ό,τι ήταν οι διαπραγματεύσεις του Κυπριακού στο παρελθόν.
Επίσης, όταν έχεις τεκμηριωμένες θέσεις, γραπτές και προφορικές και τις προωθείς και τις διεκδικείς, είναι πιο εύκολο να γίνει κατανοητή η άποψή σου. Από αυτήν την άποψη, στις δύο Συνθήκες του Λονδίνου και της Ζυρίχης που αφορούν την Ελλάδα, διότι συνυπέγραφε, προτείναμε για μεν τη Συνθήκη των Εγγυήσεων, έναν μηχανισμό εφαρμογής και εποπτείας της κατάργησης της Συνθήκης των Εγγυήσεων και της απομάκρυνσης των τουρκικών στρατευμάτων, την οποία πρόταση επεξεργάστηκε και προσωπικά κατόπιν με τις προτάσεις της Κύπρου και τις δικές μας ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ και ήταν η πρόταση με την οποία προσήλθε την Πέμπτη προς την Παρασκευή το βράδυ στην τελική διαπραγμάτευση, όπου εκτέθηκε από την υποκρισία και τη διγλωσσία της Τουρκίας. Διότι η Τουρκία στις συναντήσεις που είχε με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ υποσχέθηκε να αποδεχτεί συμβιβαστικές λύσεις και όταν ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ στις πρωινές ώρες -στις 2.00 το πρωί- ενώπιον της άρνησης της Τουρκίας να υποβάλει γραπτώς τις προτάσεις που του είχε διατυπώσει, ανέλαβε να τη διατυπώσει ο ίδιος σε μια παράγραφο, η Τουρκία αρνήθηκε ότι είχε κάνει καν τέτοια συζήτηση με τον Γενικό Γραμματέα, απέσυρε την όποια συμβιβαστική της πρόταση και υποχρέωσε επιτόπου τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ να δηλώσει ότι «αυτή η Διάσκεψη τελειώνει, διότι η Τουρκία άλλα μου είπε, άλλα λέει εδώ και παίρνω πάνω το βάρος ότι παρανόησα τις προτάσεις της Τουρκίας».
Κατά συνέπεια, δεν το βρίσκει εξαιρετικά ευγενικό, όταν υπάρχει πάρα πολύ σαφής διατύπωση του Γενικού Γραμματέα, να τίθενται αυτές στην ελληνική Βουλή υπό αμφισβήτηση.
Επίσης, όσον αφορά τη Συνθήκη Ασφάλειας, η οποία έχει δύο παραρτήματα, σας θυμίζω ότι η Συνθήκη Ασφάλειας λέει ότι τα στρατεύματα Ελλάδας, Κύπρου και Τουρκίας μπορεί να είναι εννιακόσια πενήντα και εξακόσια πενήντα αντίστοιχα, ότι πρέπει να είναι σε κοινό στρατηγείο κι ότι πρέπει να βρίσκονται υπό εκ περιτροπής διοίκηση Κύπρος πρώτον χρόνο, Ελλάδα δεύτερο, Τουρκία τρίτο. Κι όταν ερωτήθηκαν οι Τούρκοι τι εννοούν με συνθήκη ασφάλειας σε αυτό ακριβώς το περιεχόμενο, δεν ήταν σε θέση ούτε καν να συμφωνήσουν με το ίδιο τους το αίτημα, να διατηρηθεί αυτή η Συνθήκη και να μην αποσυρθεί ο στρατός τους, διότι δεν είχαν ακριβή εικόνα του τι σήμαινε. Υιοθέτησε ο ΟΗΕ -κι αυτό πάλι χάριν στη διαπραγματευτική μας τακτική-, την πρότασή μας για ένα σύμφωνο φιλίας, το οποίο θα κρατάει ζωντανές τις πολιτισμικές, οικονομικές, εκπαιδευτικές, μορφωτικές σχέσεις ανάμεσα στις τρεις χώρες, Τουρκία, Ελλάδα και Κύπρο, αλλά θα καταργεί κάθε δυνατότητα επέμβασης οποιουδήποτε και κάθε τέτοια στρατιωτική πτυχή που θα διευκόλυνε σε μια τέτοια κατεύθυνση.
Δεύτερον, θέλω να σημειώσω ότι αυτή η πολιτική μας μ’ αυτές τις προτάσεις μας είχε στιγμές που είχε τη συντριπτική πλειοψηφία μέσα στη Διάσκεψη. Ακόμα και οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να τις υιοθετήσουν. Ακόμα και ο ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Ένωση τις υποστήριξαν. Είναι η πρώτη φορά που οι Τούρκοι βρέθηκαν σε διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό μόνοι τους και αυτό το θεωρώ σημαντικό βήμα, διότι χάρη σ’ αυτό το σημαντικό βήμα μπήκε πλέον στην ατζέντα του Κυπριακού και είναι κεκτημένο το ότι η Κύπρος πρέπει να γίνει ένα κανονικό, φυσιολογικό κράτος, δηλαδή χωρίς ξένα στρατεύματα και ξένες εγγυήσεις.
Πρέπει να σας πω με ικανοποίηση ότι αυτή η διατύπωσή μας ότι η Κύπρος πρέπει να είναι ένα κανονικό κράτος έγινε αποδεκτή και υιοθετήθηκε από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Εδώ δεν χρειάζεται, δηλαδή, να κάνουμε πολλές ερμηνείες ή να ακούμε τους συγκεκριμένους καλοθελητές, που έχουν άλλου είδους σχέσεις με κανάλια που αφορούν το Κυπριακό, οι οποίοι συναντιόνταν τα βραδινά με συγκεκριμένο άνθρωπο από τον ΟΗΕ, ενάντια στη θέληση του Γενικού Γραμματέα, αλλά πρέπει να παρακολουθούμε τι ακριβώς είπε ο Γενικός Γραμματέας, ότι δηλαδή πρέπει να φύγουν τα τουρκικά στρατεύματα, ότι πρέπει να σταματήσουν τα παρεμβατικά δικαιώματα, ότι πρέπει να υπάρξει ένα σύμφωνο φιλίας και πρότεινε ο ίδιος έναν μηχανισμό παρακολούθησης όλων αυτών.
Έχει σημασία αυτό, γιατί στη διαπραγμάτευση οι Τούρκοι αναγκάστηκαν κάτω από τη δική μας επιμονή να εξηγήσουν τι τα θέλουν όλα αυτά. Ο Τσαβούσογλου επί ώρες έλεγε: «Τα έχω εξηγήσει στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ». «Τι το θέλετε, κύριε Τσαβούσογλου, το δικαίωμα παρέμβασης;». Στο τέλος είπε: «Να σας πω τι το θέλω: Για να μπορεί η Τουρκία να επεμβαίνει όποτε θέλει και όποτε χρειαστεί». «Πώς να επεμβαίνει;». «Στρατιωτικά». Αυτά δεν είναι ευκαιρίες. Αυτές είναι αποκαλύψεις.
Είναι, επίσης, αποκάλυψη ότι όταν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης επέμεινε στον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών να του πει τελικά γιατί είναι τόσο ευέλικτος όπως περιέγραφε και αν θέλει απλώς μια συμφωνία που να λέει «όσον αφορά τον τουρκικό στρατό η Τουρκία θα είναι ευέλικτη, όσον αφορά τα εγγυητικά δικαιώματα η Τουρκία θα είναι ευέλικτη, όσον αφορά τις παρεμβάσεις η Τουρκία θα είναι ευέλικτη» -αυτό του έλεγε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης-, αναγκάστηκε να πει ότι η Τουρκία δεν θέλει να πάρει τα στρατεύματά της από την Κύπρο, δεν θέλει να παραιτηθεί από τα δήθεν παρεμβατικά της δικαιώματα και ότι αυτά πρέπει να διατηρηθούν για δεκαπέντε χρόνια και μετά θα γίνει μια ανασκόπηση –review- για το κατά πόσο είναι ώριμα τα πράγματα για να φύγει ή όχι. Ήθελε, δηλαδή, στο new states of affairs, σε μία κατάσταση με νέες συνθήκες για την Κύπρο, να διατηρήσει όλα αυτά τα συμφέροντα και όλες αυτές τις δυνατότητες.
Εμείς δεν θέλαμε να επιρρίψουμε ευθύνες σε κανέναν. Πήγαμε εκεί γιατί θέλαμε να λύσουμε το πρόβλημα. Η απόδειξη τού ότι θέλαμε να λύσουμε το πρόβλημα είναι ότι για όλα τα ζητήματα είχαμε προετοιμάσει όλους τους εταίρους μας με τις συγκεκριμένες προτάσεις που είχαμε και με την υποστήριξη των αντίστοιχων της Κύπρου.
Πήγαμε, όμως, στη διαπραγμάτευση για το Κυπριακό με μία αρχή με την οποία φαίνεται ότι de facto δεν συμφωνούν όλα τα κόμματα. Ποια είναι αυτή η αρχή; «Τα εσωτερικά ζητήματα της Κύπρου, η εσωτερική πτυχή του Κυπριακού δεν αφορά την Ελλάδα, διότι η Ελλάδα είναι μόνο εγγυήτρια δύναμη». Πέρα από συναισθηματισμούς και ιστορικούς δεσμούς, πέρα από το γεγονός ότι όλοι μας πολιτικοποιηθήκαμε στη γενιά μου χάρη και –πιο σωστά- εξαιτίας του Κυπριακού, η Ελλάδα δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Κύπρου και όποτε το επιχείρησε στο παρελθόν, το πλήρωσαν ακριβά και η Κύπρος και ο κυπριακός λαός και ο ελληνισμός συνολικά.


Κατά συνέπεια, δεν είναι δουλειά της χώρας μας να αξιολογεί τη διαπραγμάτευση των εσωτερικών πτυχών του Κυπριακού και αυτό επίμονα το υποστηρίξαμε, διότι η επιδίωξή μας ήταν να κρατήσουμε την Τουρκία μακριά από την εσωτερική πτυχή, να αναγκάσουμε όλους να αποδεχθούν αυτό που ήθελε ο ΟΗΕ και που έκανε, ότι δηλαδή η εσωτερική πτυχή του Κυπριακού είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις δύο κοινότητες, από τις οποίες η μία είναι ο ηγέτης ταυτόχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Δεν ανακατευτήκαμε, λοιπόν, στην εσωτερική πτυχή. Αν στην ελληνική Κυβέρνηση γίνεται κριτική για οποιεσδήποτε συμφωνίες -που άλλοι θεωρούν καλές και άλλοι όχι- για την εσωτερική πτυχή του Κυπριακού, αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχουν να κάνουν κριτική για την πολιτική που ακολουθήσαμε στα ζητήματα εγγύησης και ασφάλειας, για τον τρόπο που βάλαμε την Ευρωπαϊκή Ένωση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και για το γεγονός ότι ο ΟΗΕ για πρώτη φορά επίσημα δήλωσε με τα χείλη του Γενικού Γραμματέα του ότι στο Κυπριακό δεν μπορεί τρίτη χώρα να έχει παρεμβατικά δικαιώματα. Και αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα.
Δεν είμαστε στην εποχή που μας κατηγορούσαν πριν από δεκαπέντε χρόνια ότι δεν θέλαμε λύση. Δεν είμαστε στην εποχή όπου εθεωρείτο αυτονόητο οι Τούρκοι να διατηρούν αυτά τα δικαιώματα. Είμαστε πια στην εποχή που πλην Τούρκων ουδείς θεωρεί αυτονόητο κάποιος να έχει στρατό σε τρίτη χώρα, παρά τη θέλησή της και κάποιος να μπορεί να παρεμβαίνει σε αυτήν.
Για να μπορέσουμε να πετύχουμε οτιδήποτε πετύχαμε με την αναβάθμιση αυτών των ζητημάτων, την απαλλαγή του ελληνοκυπριακού στοιχείου από τις ευθύνες και τον πόλεμο ευθυνών που γινόταν στο παρελθόν σε βάρος τους, αντιμετωπίσαμε από κοινού με την Κυπριακή Δημοκρατία όλα τα ζητήματα που ήταν ανοιχτά.
Είναι ολοφάνερο ότι δεν τέλειωσε το κυπριακό πρόβλημα μετά τη Διάσκεψη της Ελβετίας. Είναι ολοφάνερο ότι τα προβλήματα είναι εκεί και μας περιμένουν. Όμως, η διαπραγματευτική θέση της Κύπρου και της Ελλάδος είναι διαφορετική από ό,τι πριν από τη Διάσκεψη της Ελβετίας. Και η θεματολογία, η ατζέντα του Κυπριακού είναι διαφορετική. Έχει γίνει αποδεκτό ότι ο πυρήνας του είναι αυτό που είχε ξεχαστεί, δηλαδή οι εγγυήσεις και η ασφάλεια.
Θα δούμε τουρκικές προκλήσεις; Πιθανόν. Μη θεωρείτε ότι οι Τούρκοι είναι αήττητοι. Κοιτάξτε με τι ευκολία οι ισλαμιστές-τζιχαντιστές κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του τουρκικού μηχανισμού μέσα στην ίδια τη Συρία και τα μεγάλα προβλήματα που έχει η τουρκική στρατιωτική μηχανή εκεί. Δεν υποτιμώ αλλά ούτε θέλω να υπερτιμώ κανέναν. Πρέπει κανείς να διαμορφώνει τις συμμαχίες του, να έχει την απαιτούμενη στρατηγική, να έχει κοινή συνεργασία με την Κύπρο.
Για αυτό την επόμενη Δευτέρα, μετά το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλες, θα βρεθεί στην Κύπρο η ίδια ελληνική αντιπροσωπεία που ήταν στην Ελβετία –πιο λίγοι βέβαια- για να κουβεντιάσει πώς θα πρέπει να συνεχίσουμε και να επιδιώκουμε τη λύση του Κυπριακού, πώς θα αξιοποιήσουμε τις σημερινές νέες δυνατότητες, αλλά και τα προβλήματα που ανακύπτουν, να συζητήσουμε για την τελωνειακή ένωση και την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Τουρκία, να διαμορφώσουμε μια κοινή γραμμή πλεύσης με την Κυπριακή Δημοκρατία, να συζητήσουμε πώς θα αξιοποιηθούν οι νέες δυνατότητες που έχουμε για τη δημόσια διπλωματία και την επιδίωξη, να έχουμε υψηλές επαφές παντού στον κόσμο και να εξηγήσουμε τι πραγματικά συνέβη, ώστε με συγκεκριμένη την αλήθεια –γιατί η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη- να δυναμώσουμε το μέτωπο των δυνάμεων και από πλευρά μας αλλά και διεθνώς που επιδιώκουν μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Δηλαδή, μια λύση χωρίς στρατεύματα κατοχής, χωρίς συνθήκες «εγγυήσεις τρίτων», με τον κυπριακό λαό να αποφασίζει ο ίδιος. Και όταν λέω ο κυπριακός λαός να αποφασίζει ο ίδιος, εννοώ τις δύο κοινότητες και τις τρεις μειονότητες.
Η Ελλάδα στα δυόμισι χρόνια των διαπραγματεύσεων υπερασπίστηκε τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, να νιώσει όσο το δυνατόν ότι το μέλλον της είναι σε αυτό το νησί, στη μεγαλόνησο. Διότι, οι Τουρκοκύπριοι είναι αυτοί που υπέστησαν την μπότα του τουρκικού στρατού και οι μισοί από αυτούς αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο εξωτερικό. Να δώσουμε το μέγιστο αίσθημα και τη δυνατότητα ασφάλειας σε όλο τον κυπριακό λαό, ιδιαίτερα στους Ελληνοκύπριους, αλλά να αποκαταστήσουμε και τα δικαιώματα των τριών μειονοτήτων που είναι καθήκον μας και αυτούς να τους παίρνουμε υπόψιν μας στην ίδια την Κύπρο.
Θα σας θυμίσω κάτι που το είπα στον Γενικό Γραμματέα. Στο μέλλον στην Κύπρο μπορεί να υπάρξουν πολίτες που να θέλουν να ονομάζονται μόνο Κύπριοι. Έχουμε δει τις νομικές υποθέσεις με τη Βοσνία σε αυτήν την υπόθεση. Θα πρέπει και σε αυτό να είμαστε προσεκτικοί, διότι η δημοκρατία στην Κύπρο πρέπει να είναι δημοκρατία των κοινοτήτων, αλλά και δημοκρατία των πολιτών που έχουν τα δικά τους ατομικά συμφέροντα.
Ευχαριστώ πολύ.

Από τα πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων

ΙΖ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ), Σύνοδος: Β΄Σύνοδος, Συνεδρίαση: ΡΝ' (11/7/17).

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ο τουρκικός «ρεαλισμός», οι ψευδαισθήσεις μας και το εσωτερικό μέτωπο

Τον Ιανουάριο του 1964, και μετά την έναρξη των διακοινοτικών ταραχών, με πρωτοβουλία της Αγγλίας, συνεκλήθη στο Λονδίνο πενταμερής (Ελλάδα, Αγγλία, Τουρκία, Ε/κ, Τ/κ) διάσκεψη με στόχο την εξομάλυνση των διασαλευμένων σχέσεων των δύο κοινοτήτων της Κύπρου. Ο Ρ. Ντενκτάς με ένα μανιφέστο, γνήσιος, διαπρύσιος κήρυκας της Άγκυρας, προσφωνώντας τη Διάσκεψη διακήρυττε: «Είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε στην Κύπρο με τους Έλληνες, αλλά δεν μπορούμε πια να ζήσουμε ανάμεσά τους. Πρέπει να υπάρξει απόλυτος, φυσικός διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων, οι οποίες θα το πάρουν απόφαση ότι θα ζουν στην Κύπρο δίπλα-δίπλα σαν καλοί γείτονες....Αυτή η αρχή του διαχωρισμού είναι θεμελιώδης».
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά η πιο πάνω «αρχή»- κατά την Τουρκία και τον επί χρόνια εδώ εκπρόσωπό της- δεν έχει αλλάξει κατά ένα ιώτα λαμβάνοντας υπόψη μας τις τελευταίες δηλώσεις Ταλάτ-Γκιούλ στην Άγκυρα. Η ιδιότητα του περιφερειακού χωροφύλακα που τους έχουν προσδώσει οι ΗΠΑ, και η εν γένει συμπεριφορά τους, δημιουργεί την εντύπωση στους τρίτους ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι υπό κρίση, για ένταξη στην ΕΕ, και ότι ένας εκ των κριτών είναι η Τουρκία. Καλώς ή κακώς –κακώς για εμάς- αυτή είναι η τουρκική «ρεάλ πολιτίκ».
Τι πράττουμε, όμως, εμείς; Με την τακτική των ευχολογίων και δηλώσεων του τύπου «θα βοηθήσουμε τους Τ/κ να ‘επαναστατήσουν’ εναντίον της Άγκυρας» ή δίδοντας δικαιολογητικά/πιστοποιητικά πατριωτισμού στο Ταλάτ, δεν μπορούμε να πετύχουμε πολλά πράγματα καθότι ο κ. Ταλάτ ούτε μπορεί αλλά ούτε και θέλει να επαναστατήσει. Όλοι όσοι δήλωναν πριν τις εκλογές ότι θα πάμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με καλή τη πίστει, τώρα βλέπουν τα δύσκολα και αισθάνονται εκ του σύνεγγυς το πραγματικό πρόσωπο τού τουρκικού επεκτατισμού.
Ενώ μετά το δημοψήφισμα δηλώσαμε, και μέχρι ενός βαθμού πείσαμε, ότι στην νέα προσπάθεια πρέπει να συμμετάσχουν όλα τα μόνιμα μέλη του Σ.Α., ωστόσο, η νέα κυβέρνηση λησμόνησε τις διακηρύξεις και δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι του λαού. Ακόμη και αυτό που ονομάζουν ενδοκυπριακή λύση κρύβει παγίδες και υποβιβάζει, άλλη μια φορά, το πρόβλημα από διεθνές-εισβολής και κατοχής-σε δικοινοτική διαφορά.
Έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι με την αλλαγή Προέδρου η όποια λύση, με αυτές τις συνθήκες, θα απέχει πόρρω από το σχέδιο του 2004; Απτό παράδειγμα είναι οι διαμορφούμενες σχέσεις με τη Συρία: Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει άριστες σχέσεις, σύμφωνα με τον Υπ.Εξ Μάρκο Κυπριανού, όμως, αυτή η χώρα επιτρέπει τον ελλιμενισμό και τον απόπλου πλοίων προερχόμενων ή κατευθυνόμενων στο κατεχόμενο λιμάνι Αμμοχώστου. Το προωθούμενο μοντέλο επίλυσης θα περιέχει αυτή την πρόνοια∙ του δικαιώματος των παραλλήλων σχέσεων των συνιστώντων κρατιδίων με άλλα κράτη.
Η μονομερής αποδοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας και της κυβέρνησής του, δια τηλεοράσεως, αβρόχοις ποσί, διαφόρων θεμάτων που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι μέρος της διαπραγμάτευσης δημιουργεί την εντύπωση πως πάμε να πάρουμε ό,τι μπορούμε να κερδίσουμε για να κλείνουμε το θέμα. Η επιχειρούμενη ψυχολογική προετοιμασία του κόσμου, για το χειρότερο σενάριο, δυστυχώς βρίσκει το μεγαλύτερο μέρος των κομμάτων σε υπνώττουσα κατάσταση. Έτσι, όταν θα φτάσουμε στο δια ταύτα θα λέμε: Τι 50, τι 60, τι 100 οι χιλιάδες των εποίκων; Συνεπώς, ο μετρητής στις διαπραγματεύσεις θα αρχίζει με αρχικό σημείο το 50 και ως τελικός αριθμός θα εκληφθεί η διαφορά που θα προκύψει και όχι το σύνολο των εποίκων που θα παραμείνουν.
Οι πολιτικές μέρες που διάγει ο τόπος θυμίζουν τα νηπιακά στάδια της Δημοκρατίας, επί Μακαρίου. Οι μεν συνέταιροι του ΑΚΕΛ συμμετέχοντας στη νομή της εξουσίας και οι μείζων αντιπολιτευόμενοι ζώντας με την προσδοκία ότι η Ιστορία θα τους δικαιώσει από την επιλογή τους πριν από τέσσερα χρόνια.

ΥΓ. Κυριάκος Κολοβός, Εφημερίδα "Σημερινή", 08/9/08, πριν 9 χρόνια. Αντί Ταλάτ, θέσατε Ακκιντζί.

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Η εικόνα και οι 1000 λέξεις: Τσαβούσογλου - Αναστασιάδης


Από τις πλέον ειπωμένες παροιμίες που εκκινούν και καταλήγουν στην επικοινωνία: «Μια εικόνα αξίζει 1000 λέξεις». Η ένταξη της εικόνας, πρώτα με τη φωτογραφία, και εν συνεχεία μέσω του κινηματογράφου ως αδιάλειπτη καταγραφή των στιγμών έδωσαν αφενός ώθηση στην επικοινωνία, αφετέρου, δια της χειραγώγησης, την υπηρέτησαν μέσω της προπαγάνδας.

Τη δεκαετία του 1930 ο Στάλιν εξαφάνιζε από τις φωτογραφίες όσους θεωρούνταν επικίνδυνοι για το καθεστώς του. Οι σύμμαχοι χρησιμοποίησαν τον κινηματογράφο, κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην εξύψωση του ηθικού των λαών τους. Τη δεκαετία του 1990 τα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, με τη βοήθεια των δορυφόρων, μετέφεραν ελεγχόμενες εικόνες από το θέατρο των επιχειρήσεων, κατευθείαν στα σαλόνια των δεκτών.

Σήμερα, η επικοινωνία γίνεται πιο άμεση. Χωρίς τη βοήθεια ενδιάμεσων, υποστηρικτών διαμεσολαβητών, ο πολιτικός επικοινωνεί κατευθείαν με το κοινό χωρίς το φωτογραφικό ή δημοσιογραφικό ρετουσάρισμα. Οι πολιτικοί συμβαδίζοντας με το πνεύμα της εποχής των νέων μέσων έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν τις σκέψεις τους κερδίζοντας χρόνο, αποφεύγοντας τη δημοσιογραφική παρέμβαση, η οποία δημιουργεί ή εκκολάπτει την υποχρέωση πηγής-δημοσιεύοντος, (επι)δρώντας με τον δικό τους τρόπο στο διαδικτυακό κοινό που τους ακολουθεί.

Η ενέργεια του Τούρκου Υπ.Εξ. Μεβλούτ Τσαβούσογλου να αναρτήσει φωτογραφία στην οποία ανταλλάζει χειραψία με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη, υπό άλλες συνθήκες θα αποτελούσε έκπληξη. Καταρχάς, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την ΚΔ. Ως εκ τούτου μία χειραψία ίσως εκλαμβανόταν, ακόμη και σημειολογικά, ως υποχώρηση από την πάγια τουρκική πολιτική. Αυτό, εξάλλου, φαίνεται από την αμηχανία Τσαβούσογλου, στην πρώτη κοινή συνάντηση της πενταμερούς, όταν προσεγγίστηκε από τον κ. Αναστασιάδη προκειμένου ο δεύτερος να του δώσει το χέρι.

Πώς ο Τούρκος Υπ. Εξ. χρησιμοποίησε μια φωτογραφία για να μειώσει τον Πρόεδρο της ΚΔ; Μέθοδοι οι οποίες έχουν εισαχθεί από τον αμερικανικό τρόπο του επικοινωνείν, σε πολιτικές εμφανίσεις, δείχνουν ότι το κτύπημα στην πλάτη του συνομιλητή ή το πάνω χέρι σε μια χειραψία, είναι πρόθεση επιβολής του ενός μέρους στο άλλο. Η σημειωτική σχολή μπορεί να ερμηνεύσει αυτές τις κινήσεις ως την προσπάθεια της μια πλευρά να καπαρώσει και να καπακώσει την άλλη στο παιγνίδι των εντυπώσεων. Αρκεί να θυμηθείς κανείς την επιμονή του κ. Ακκιντζί στο Μον Πελεράν Ι, να βάλει τελευταίος το χέρι του τη στιγμή της κοινής χειραψίας με τον ΓΓ του ΟΗΕ.

Επομένως, ο κ. Τσαβούσογλου δεν θα δημοσίευε ποτέ μια φωτογραφία, σε από κοινού εμφάνιση με τον Πρόεδρο της ΚΔ, αν δεν εξυπηρετούσε συγκεκριμένες σκοπιμότητες. Χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό του στο Twitter, λοιπόν, ο Τούρκος Υπ.Εξ., ενώ αναφέρεται στην παρουσία του ΓΓ του ΟΗΕ στη διάσκεψη για την Κύπρο, ως κύρια φωτογραφία δημοσιεύει την χειραψία με τον κ. Αναστασιάδη, με κεκλιμένο προς τα κάτω τον αυχένα, ενώ στα αριστερά του βρίσκεται ο κ. Γκουντιέρες. Η κλίση του αυχένα και η οσφυοκαμψία χρησιμοποιούνται μεταφορικώς για να δηλωθεί η δουλοπρέπεια, ο εξανδραποδισμός και η υποταγή. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κ. Τσαβούσογλου ξεπερνώντας κάθε όριο ηθικής παρουσιάζει τον κ. Αναστασιάδη να τον ασπάζεται με τρόπο υποτακτικό μεταφέροντας στον δέκτη την εικόνα του κατώτερου ο οποίος αναφέρεται σε μια ανώτερη αρχή.


Η ενέργεια του κ. Τσαβούσογλου δεν φαίνεται να έχει απήχηση στο δικό του εσωτερικό κοινό, συγκρίνοντας τις δηλώσεις ευαρέσκειας (like) και τα σχόλια που ακολουθούν την ανάρτηση, με άλλες αναρτήσεις του Τούρκου υπουργού. Ξέροντας εκ των προτέρων ότι η ενέργειά του αυτή θα θεωρηθεί ως πρόκληση για τους Ελληνοκύπριους, και τα μέσα ενημέρωσής τους, προσπαθεί να αποδομήσει την ήδη αμφισβητηθείσα εικόνα του κ. Αναστασιάδη. Όσο για την εικόνα που ο ίδιος εκπέμπει στους Ελληνοκύπριους είναι κάτι που ποσώς τον απασχολεί καθώς αυτό δεν έχει αντίκτυπο στη φήμη του εντός Τουρκίας, ενώ από την άλλη θα του προσθέσει ακόμη ένα συν στην εικόνα του στα κατεχόμενα. 

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Η καλλιέργεια των κυπριακών μύθων

Μύθος 1ος: Όσοι αντιπολιτεύονται τον κ. Αναστασιάδη στο Κυπριακό δεν θέλουν λύση υπό το σχήμα «δεν μας λέτε τι θέλετε».

Η σύνταξη των προτάσεων είναι πολύ σημαντική σε αυτή την περίπτωση. Μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι «δεν του λέω τι θέλω» αλλά στην ουσία να «του λέω τι δεν θέλω». Πού βρίσκεται η διαφορά; Το πρώτο είναι πεισματικά καθαρή άρνηση να μην πω αυτό που σκέφτομαι ή θέλω. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, λέω αυτό που δεν μου κάνει. Έτσι, οριοθετώ το συμπλήρωμα του συνόλου που εσύ θες να ορίσω και κατ’ αυτόν τον τρόπο ικανοποιώ το αίτημά σου. Είναι πιο δύσκολο και επίπονο μεν, να λες τι δεν θέλεις, διότι πρέπει να αποκλείσεις πολλές περιπτώσεις για να φτάσεις στο ζητούμενο, αλλά αυτή η οδός διασφαλίζει τους περιορισμούς που είναι ικανοί και αναγκαίοι για να υποστηρίξουν μια λύση.

Στο Κυπριακό καλλιεργείται αυτός ο μύθος: «Δεν μας λέτε τι θέλετε». Όμως, αν διατυπώσω όλα όσα δεν θέλω, όπως γράφτηκε πιο πάνω, επί της ουσίας οριοθετώ το πλαίσιο των δικών μου επιδιώξεων και των δικών μου θέλω. Παράδειγμα συλλογισμού: Είμαι κατά της διχοτόμησης, είμαι κατά της ΔΔΟ (συγκαλυμμένη μορφή διχοτόμησης), είμαι κατά της απόσχισης, είμαι κατά της ένωσης. Όλες αυτές οι αρνήσεις δεν νομιμοποιούν κάποιον να με χαρακτηρίσει θιασώτη του «ενιαίου κράτους», διότι στο συμπλήρωμα όλων των πιο πάνω δεν βρίσκεται μόνο το ενιαίο κράτος. Μπορεί να είναι μια ομοσπονδία που διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.


Μύθος 2ος : Αν λυθεί το Κυπριακό τότε όσοι αντιτίθενται στην πολιτική Αναστασιάδη δεν θα έχουν πλέον λόγο πολιτικής ύπαρξης. Κατ’ επέκτασιν όσοι «έστησαν» πολιτικές καριέρες στο Κυπριακό θα εξαφανιστούν.

Αυτό το επιχείρημα έχει καλλιεργηθεί τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, από συγκεκριμένη κατεύθυνση εντύπων και κομμάτων. Το επιχείρημα μπορεί εύκολα να αντιστραφεί με μια απλή ανάλυση του περιεχομένου των δηλώσεων και ανακοινώσεών τους. Παίρνοντας την εφημερίδα «Πολίτης» η οποία ηγείται αυτού του δόγματος: Συγκριτικά με τις υπόλοιπες εφημερίδες, οι οποίες προσφέρουν το αρχείο τους ηλεκτρονικά, είναι η εφημερίδα η οποία αναλώνει το μεγαλύτερο μέρος των φύλλων της ασχολούμενη με το Κυπριακό.

Αυτό νομιμοποιεί κάποιον να πει ότι την επομένη της λύσης δεν θα έχει λόγο ύπαρξης; Προφανώς όχι. Οι εφημερίδες που αντιτάχθηκαν στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου χάθηκαν την επομένη της ανεξαρτησίας; Πολιτικά κόμματα, όπως το ΑΚΕΛ και το εκφραστικό του όργανο η «Χαραυγή» ή προσωπικότητες όπως ο Λυσσαρίδης ή ο Τ. Παπαδόπουλος χάθηκαν μετά τις συμφωνίες του 1960 επειδή είχαν διαφωνήσει με αυτές; Δεν χάθηκαν. Αντιθέτως, ενδυναμώθηκε η θέση τους και η απήχησή τους στο πολιτικό σκηνικό. Αν τώρα, το υπονοούμενο των όσων ισχυρίζονται κάτι τέτοιο είναι ότι «επιβάλλεται να μην έχουν λόγο ώστε να μην κινδυνεύσει η λύση», τότε αυτό και ως υπόνοια ακόμη, αποτελεί υφέρπων φασισμό.


Κυριάκος Κολοβός



Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Aποχή: Η περίπτωση των κυπριακών Βουλευτικών Εκλογών του 2016 *


Κυριάκος Σ. Κολοβός**

Η μελέτη της αποχής ή της άρνησης συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες, εκ μέρους των πολιτών, είναι ένα φαινόμενο το οποίο απαντάται εντονότερα τις τελευταίες δύο δεκαετίες, σε διεθνές, αλλά, και σε τοπικό επίπεδο. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, περίοδοι κατά τις οποίες οι άνθρωποι αγωνίζονταν για την κατάκτηση και εμπέδωση του θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος, του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, σήμερα φαίνεται ότι οι εκλογές απαξιώνονται από σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Στο παρόν άρθρο αναφέρονται τα αίτια που προκαλούν την ακινητοποίηση του εκλογικού σώματος, διενεργείται συγκριτική μελέτη της αποχής, σε κυπριακό και ευρύτερο επίπεδο, επιχειρώντας την αποτύπωση των συνεπειών του φαινομένου αυτού.
Η φράση «κυάμων απέχεσθαι» η οποία αποδίδεται στον Πυθαγόρα, έχει διττή σημασία: Αφενός, προτρέπει τους ανθρώπους να μην καταναλώνουν κουκιά, προς αποφυγήν αυτού που σήμερα ονομάζεται κυάμωση, αφετέρου τους παρακινεί να απέχουν από τις ψήφους (κουκιά) και τις εκλογές. Ο Παπαδιαμάντης εξοργισμένος από την πολιτική μωρία των σύγχρονών του πολιτικών (εποχή Τρικούπη-Δηλιγιάννη) χρησιμοποίησε την ίδια φράση για να καταδείξει ότι η αποχή αποτελούσε την απάντηση στον πολιτικό αμοραλισμό και στην αβελτηρία[1]. Σήμερα, φαίνεται ότι σημαντική μερίδα των πολιτών ενστερνίζεται τις πεποιθήσεις τόσο του Πυθαγόρα όσο και του Παπαδιαμάντη θεωρώντας την αποχή ως την ατραπό που θα επιφέρει την αλλαγή στα κακώς κείμενα του πολιτικού βίου.
Με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκαν διάφορα μοντέλα μελέτης του φαινομένου της κινητοποίησης/αποχής των ψηφοφόρων. Σύμφωνα με τον Downs (1957), η συμμετοχή του εκλογέα εξαρτάται από το πιθανολογούμενο κέρδος που δυνατόν να έχει λόγω της συμμετοχή του στις εκλογές. Επιπρόσθετα, τα συμπεράσματα από την ατομοκεντρική μελέτη των ψηφοφόρων είναι ότι κάθε εκλογική διαδικασία, εκλαμβάνεται από τους πολίτες ως ξεχωριστή, με τα δικά της χαρακτηριστικά. Αυτό αποδεικνύεται συγκρίνοντας τη χαμηλή προσέλευση των πολιτών στις Ευρωεκλογές σε σχέση με τις τοπικές εκλογές. Επίσης, η κινητοποίηση γίνεται εντονότερη όταν ο δεσμός πολίτη-κόμματος ή πολίτη-υποψηφίου είναι ισχυρός. Η συμμετοχή σε κομματικούς μηχανισμούς ενεργοποιεί την ταυτότητα της έσω ομάδας για τον ψηφοφόρο. Η σχέση τού ανήκειν σε μια ομάδα, με κοινές επιδιώξεις και στόχους, δημιουργεί στον ψηφοφόρο την υποχρέωση να προσέλθει στην κάλπη την ημέρα των εκλογών. Σε αντίθεση με τους νέους ψηφοφόρους, οι οποίοι εμφανίζουν οιονεί «κρίση ταυτότητας», οι πολίτες μεγαλύτερης ηλικίας φαίνεται ότι το ξεπερνούν με την πάροδο του χρόνου. Μελέτες έχουν καταδείξει πως για το νέο ψηφοφόρο είναι πιθανότερο να δημιουργηθεί «συνείδηση» συμμετοχής αν λάβει μέρος στις 3 πρώτες εκλογικές διαδικασίες, μετά την απόκτηση του εκλογικού δικαιώματος.
Ο Franklin (2004) διαπίστωσε ότι κατά τις δεκαετίες 1970-1990 η συμμετοχή σε όλους τους τύπους εκλογών μειώθηκε κατά μέσο όρο 4% σε παγκόσμιο επίπεδο. Στις αμερικανικές Προεδρικές Εκλογές το πρόβλημα οξύνεται το 2008, καθώς η αποχή από το 11,5% το 2004, φτάνει στο 30% το 2008, αφήνοντας, το 2012, αδιάφορο το ένα τρίτο των ψηφοφόρων (Ραβδόγραμμα 1) [2]. Στην Ελλάδα, το 2009 καταγράφηκε αποχή, στις βουλευτικές εκλογές, της τάξης του 29% ενώ το 2015 έφτασε στο 43% (Ραβδόγραμμα 2). Στην Κύπρο, από την αποχή του 9%, στο β’ γύρο των προεδρικών του 2008, το ποσοστό εκτινάσσεται στο 18,5% το 2013 (Ραβδόγραμμα 3) φαινόμενο που εντείνεται στις βουλευτικές εκλογές, καθώς το 11% της αποχής του 2006 φτάνει αισίως στο 33,26% το 2016 (Ραβδόγραμμα 4).
Η σύγκριση των ευρωπαϊκών συστημάτων με το αμερικανικό δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε ασφαλή συμπεράσματα αφού το δεύτερο είναι διπολικό per se. Αυτό όμως που διαφαίνεται είναι ότι η Ευρώπη μεταλλάσσεται και τείνει προς τον αμερικανικό τρόπο σκέψης. Η μετάβαση από την εποχή της λήψης πολιτικών αποφάσεων στη εποχή της διαχείρισης αποφάσεων, από το πολιτικό προσωπικό, με επίκεντρο την οικονομική υφή των ζητημάτων, είναι επίσης αξιοσημείωτη. Κοινό χαρακτηριστικό, στις τρεις, υπό αναφορά,  περιπτώσεις είναι η προηγηθείσα οικονομική κρίση, η οποία εκδηλώθηκε· πρώτα στις ΗΠΑ (2007) ακολούθως στην Ευρώπη, οδηγώντας στην υπαγωγή της Ελλάδας (2010) και της Κύπρου (2013), σε συνάρτηση με τα εσωτερικά τους προβλήματα, σε μνημόνια.

Ραβδόγραμμα 1


Έρευνες στην αλλοδαπή έχουν καταδείξει πως τα δημογραφικά χαρακτηριστικά ενός πληθυσμού μπορούν να επηρεάσουν τη συμμετοχή/αποχή στις εκλογές (Timpone 1998· Matsusaka & Palda 1999· Rolfe 2004· McCowan & Unterhalter 2013). Όσο πιο νέος είναι ο ψηφοφόρος τόσο πιο διστακτικός εμφανίζεται να προσέλθει στην κάλπη. Επίσης, όσο πιο ψηλό είναι το μορφωτικό επίπεδο του ανθρώπου τόσο μεγαλύτερη είναι η κινητοποίηση που παρατηρείται.
Παράγοντας που μπορεί να παίξει το δικό του ρόλο, στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, αποτελούν τα Μέσα Ενημέρωση και ιδιαίτερα η χρήση της αρνητικής διαφήμισης. Όπως τονίζεται, μια οξεία προεκλογική καμπάνια, με εμφανή αρνητισμό, μπορεί να δημιουργήσει κυνισμό στον πληθυσμό με αντίκτυπο στην ίδια τη δημοκρατία μέσω της αποχής. Έρευνα των Ansolabehere, Iyengar, Simon και Valentino (1994) απέδειξε ότι η έκθεση σε αρνητικά μηνύματα δυνατόν να προκαλέσει πτώση στην πρόθεση ψήφου κατά 5%. Στην Κύπρο και στην Ελλάδα ο εξαμερικανισμός της πολιτικής επικοινωνίας οδήγησε στη χρήση του αρνητισμού και των προσωπικών επιθέσεων, με στόχο την ακινητοποίηση των ψηφοφόρων του αντιπάλου[3]. Ωστόσο, στις υπό εξέταση βουλευτικές εκλογές του 2016 τα μηνύματα περιείχαν θετικές εκκλήσεις ελαχιστοποιώντας τον αρνητισμό[4] και κατ’ επέκταση δεν αποτέλεσαν παραγωγικό αίτιο αύξησης της αποχής.

Ραβδόγραμμα 2


Σε έρευνα (Καφέ, Νέζη, & Πιερίδης, 2015) που έγινε στην Ελλάδα, μετά τις εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης του 2010, εξακριβώθηκε πως οι απέχοντες, στην πλειοψηφία τους, ήταν νέοι, κάτοικοι αστικών κέντρων, με χαμηλό δείκτη ενδιαφέροντος για τις εκλογές, χωρίς να αυτό-προσδιορίζονται βάσει της διαιρετικής τομής αριστερά-δεξιά, μη αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την ύπαρξη ενός τέτοιου άξονα, εμφανίζοντας γνωρίσματα αποϊδεολογικοποίησης.

Ραβδόγραμμα 3


Στο εξωτερικό οι μεγαλύτεροι σε ηλικία πολίτες εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να προσέλθουν στις κάλπες (Topf 1995, Blais και άλλοι 2002). Στην Ελλάδα, όπως συνοπτικά αναφέρουν οι Βασιλόπουλος και Βερνανδάκης (2015), η τηλεοπτικοποίηση της πολιτικής, η σύγκλιση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ προς τα κέντρο και η ομογενοποίηση των βάσεων των κομμάτων άλλαξε το σκηνικό που επικράτησε τα πρώτα 20 χρόνια της Μεταπολίτευσης, με αποτέλεσμα οι νέοι, οι οποίοι αντικαθιστούν στο εκλογικό σώμα τις παλαιότερες γενιές, να εμφανίζουν σημάδια αποστασιοποίησης.
Ο Κύπριος απέχων παρουσιάζει χαρακτηριστικά τα οποία έχουν απαντηθεί στο εξωτερικό αλλά και κάποια που έχουν αναπτυχθεί τοπικά. Με βάση τους αριθμούς συμμετοχής φαίνεται ότι οι ηλικίες που αποστρέφονται τις εκλογές είναι κυρίως οι νέοι ψηφοφόροι, οι οποίοι, πέραν της χαμηλής προσέλευσης, παρουσιάζονται απρόθυμοι να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους[5], ακολουθώντας τη διεθνή τάση. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές είχαν δικαίωμα εγγραφής 32 χιλιάδες νέοι ψηφοφόροι και ο αριθμός τους έφτασε γύρω στις 10 χιλιάδες. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών ήταν το γεγονός ότι από το σύνολο των απεχόντων οι γυναίκες ήταν υπερδιπλάσιες των αντρών[6]. Εν προκειμένω, ενώ η γυναικεία παρουσία αυξάνεται στο κοινοβούλιο οι γυναίκες της Κύπρου εμφανίζουν ασυμμετρία συμμετοχής, σε σχέση με τους άντρες, τάσεις που εντοπίστηκαν τη δεκαετία του 1960 στις ΗΠΑ όταν οι γυναίκες είχαν περιορισμένη συμμετοχή στη δημόσια ζωή (Lipset, 1963).

Ραβδόγραμμα 4


Τρίτο στοιχείο που θα μπορούσε να εισαχθεί είναι τα ποσοστά του διπολισμού (του αθροίσματος των ποσοστών ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ) σε συνάρτηση με την αποχή. Έχει παρατηρηθεί πως όταν το κλίμα πολώνεται, εμφανίζοντας φυγόκεντρες τάσεις, η συσπείρωση είναι εντονότερη κάτι που μετουσιώνεται σε υψηλότερη συμμετοχή.

Διάγραμμα 5


Για πρώτη φορά ο διπολισμός στην Κύπρο καταγράφει, αθροιστικά, ποσοστά κάτω του 60% (Διάγραμμα 5). Η εμφάνιση κεντρομόλων τάσεων παρατηρήθηκε στις βουλευτικές εκλογές του 1985 και του 2006 με πιθανότερη την εξήγηση ότι διεξάγονταν μεσούσης της διακυβέρνησης Προέδρων προερχόμενων από το ΔΗΚΟ. Το φαινόμενο των βουλευτικών του 2016, με κυβέρνηση προερχόμενη από τον ΔΗΣΥ, είναι πρωτόγνωρο – συγκρινόμενο με τις βουλευτικές του 1996, 2001 και 2011 - για το διπολισμό και πιθανή ένδειξη απαρέσκειας για τις αποφάσεις των διαδοχικών κυβερνήσεων ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ.
Η αυξημένη πόλωση του ευρωπαϊκού κομματικού συστήματος ενεργοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό την «ιδεολογική» ψήφο καθώς η πόλωση αυξάνει τον αριστερό-δεξιό προσανατολισμό των ψηφοφόρων (Lachat 2008). Στην Κύπρο υπάρχει επιβεβαίωση των πιο πάνω (με διαφορά φάσης σαφώς από την υπόλοιπη Ευρώπη) εκ του αποτελέσματος των εκλογών. Τα μειωμένα ποσοστά των δύο πόλων ήταν απόρροια της χαμηλής πόλωσης του συστήματος κάτι που επενέργησε και στην αύξηση της αποχής.
Τέταρτο σημείο διερεύνησης είναι ο γεωγραφικός προσδιορισμός της αποχής. Μέχρι το 2006 οι επαρχίες παρουσίαζαν περίπου τα ίδια ποσοστά αποχής (Διάγραμμα 6).

Διάγραμμα 6


Στις δύο τελευταίες αναμετρήσεις η Πάφος εμφανίζει σαφώς τα χαμηλότερα επίπεδα αποχής, ενώ Λευκωσία και Κερύνεια έχουν τα υψηλότερα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στην επαρχία Πάφου το ΕΛΑΜ συγκέντρωσε σχεδόν το διπλάσιο ποσοστό, απ’ ό,τι στις υπόλοιπες επαρχίες, απαντάται εν μέρει το ερώτημα γιατί η Πάφος εμφανίζει διαφοροποιημένη εικόνα από τις υπόλοιπες επαρχίες. Το φαινόμενο που παρατηρείται στην Πάφο, ως η μικρότερη επαρχία της ελεύθερης Κύπρου, και γεωγραφικά η πιο απομακρυσμένη από την πρωτεύουσα, είναι συνυφασμένο με την αστικότητα της ψήφου, κάτι που επιβεβαιώθηκε με ποιοτικές μελέτες της Eliasoph (1998), σύμφωνα με τις οποίες:
Η ανάγκη για αντιμετώπιση συγκεκριμένων τοπικών προβλημάτων σε μικρές περιοχές μπορεί να διαμορφώσει μια ιδιαίτερη πολιτικοποίηση όπου η πολιτική συμμετοχή στο τοπικό επίπεδο αναπτύσσεται ανεπηρέαστη από την ταυτόχρονη υιοθέτηση κυνικών ή απορριπτικών στάσεων έναντι της κεντρικής πολιτικής εξουσίας (στο Βασιλόπουλος και Βερνανδάκης, 2015).


Συμπεράσματα

Η προσπάθεια πόλωσης του κλίματος στις βουλευτικές εκλογές του 2016, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, απέτυχε. Όπως είχε αναφέρει ο Christophorou (2001) οι βουλευτικές εκλογές είναι μειωμένου ενδιαφέροντος για τους εκλογείς, εν σχέσει με τις προεδρικές, γεγονός που καταγράφεται και το 2016, συγκριτικά με το 2013.
Ο διπολισμός φαίνεται ότι έχει πληγεί από την αποχή. Παρά την υποχρεωτικότητα της ψήφου και τις συνέπειες που προβλέπει ο νόμος σε περίπτωση αδικαιολόγητης αποχής του εγγεγραμμένου ψηφοφόρου, οι Κύπριοι εμφανίζουν προοδευτικά μείωση του ενδιαφέροντος τους για τις εκλογικές αναμετρήσεις. Η ακτινογραφία των δημογραφικών χαρακτηριστικών δείχνει πως οι νέοι και οι γυναίκες ρέπουν περισσότερο προς την αποχή, οι κάτοικοι της Πάφου συμμετέχουν περισσότερο στις εκλογές, ενώ στο άλλο άκρο βρίσκονται οι Κερυνειώτες και οι κάτοικοι της Λευκωσίας. Η αλλαγή του εκλογικού νόμου, η μετάβαση από την απλή αναλογική[7] στην ενισχυμένη[8], και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα εξαιτίας της σκανδαλολογίας φαίνεται ότι προκάλεσαν περαιτέρω ακινητοποίηση στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις.
Η αυξανόμενη τάση αποστροφής των ψηφοφοριών θέτει πλέον επιτακτικά το ερώτημα κατά πόσον το φαινόμενο της αποχής ήρθε για να μείνει ή απλά είναι μια παροδική τάση του εκλογικού σώματος στην Κύπρο. Η μελέτη των αριθμών δείχνει μια γενικότερη απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών με τη διογκούμενη αποστασιοποίηση του κόσμου από τις εκλογές. Αυτό το γεγονός επαληθεύει σε πολλά σημεία τα όσα έχουν παρατηρηθεί στη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ καθιστώντας τη νομιμοποιητική βάση της εκπροσώπησης του λαού ολοένα και πιο προβληματική.

Βιβλιογραφία

Ansolabehere, S., Iyengar, S., Simon, A., & Valentino, N. (1994). Does Attack Advertising Demobilize the Electorate? American Political Science Review, 88(04): 829-838.
Blais, A., Gidengil, E., Nevitte, N. & Nadeau, R. (2004). Where Does Turnout Decline Come From? European Journal of Political Research, 43: 221-236.
Christophorou, C. (2001). Election Report - Consolidation and Continuity Through Change: Parliamentary Elections in Cyprus. South European Society & Politics, 6(2): 97-118.
Downs, A. (1957). An economic theory of political action in a democracy. The journal of political economy, 135-150.
Eliasoph, N. (1998). Avoiding Politics: How Americans Produce Apathy in Everyday Life. Cambridge: Cambridge University Press.
Franklin, M. N. (2004). Voter Turnout and the Dynamics of Electoral Competition in Established Democracies since 1945. Cambridge University Press.
Lachat, R. (2008). The Impact of Party Polarization on Ideological Voting. Electoral Studies, 27(4): 687-698.
Matsusaka, J. G. and Palda F. (1999). Voter Turnout: How Much Can We Explain? Public Choice, 98: 431-46.
McCowan, T. and Unterhalter, E. (2013). 7 Education, Citizenship and Deliberative Democracy, στο Hedtke, R. & Zimenkova, T. (επιμ.), Education for civic and political participation: A critical approach. New York: Routledge.
Rolfe, M. (2004). ‘Taking Social Structure Seriously: Education and Voter Turnout.’ Παρουσιάστηκε στο Annual Meeting of the Midwest Political Science Association. Chicago, IL.
Timpone, R. J. (1998). Structure, behavior, and voter turnout in the United States. American Political Science Review, 92(01): 145-158.
Topf, R. (1996). ‘Electoral Participation’, στο Klingemann, H.D & Fuchs, D. (επιμ.), Citizens and the State. Oxford: Oxford University Press.
Βασιλόπουλος, Π., & Βερναρδάκης, Χ. (2015). Η Εκλογική Αποχή στην Ελλάδα: 2000-2009. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 27: 1-24.
Καφέ, Α., Νέζη, Ρ., & Πιερίδης, Κ. (2015). Ποιοι δεν Ψηφίζουν και Γιατί: Μελέτη της Αποχής στις Δημοτικές και Περιφερειακές Εκλογές του Νοεμβρίου 2010. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 27: 25-53.
Κολοβός, Κ. (2015). Τα Αρνητικά Ηθοτικά Επιχειρήματα στις Κυπριακές Τηλεμαχίες. Μεταπτυχιακή Διατριβή. Λευκωσία: Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Σαμαράς, Αθ. Ν. (2008). Τηλεοπτική Πολιτική Διαφήμιση στην Ελλάδα 1993-2007. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη-Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Μέσων.

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Δημοσιογραφία", Τεύχος 11. Πρόσβαση http://www.dimosiografia.press/apohi-kipriakes-ekloges-2016/
**Ερευνητής Advanced Media Institute,
Υποψήφιος διδάκτωρ «Επικοινωνία - νέα Δημοσιογραφία», ΑΠΚΥ.




[1]Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ' εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη ας μη μετέχει του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος. «Κυάμων απέχεσθε»’’. ( Παπαδιαμάντη Αλ., Χαλασοχωρήδες, 1892).
[2] Πηγή όλων των δεδομένων: Ινστιτούτο IDEA. Βλ. Σχετικά http://www.idea.int/vt/viewdata.cfm
[3] Εκτεταμένη έρευνα του Σαμαρά (2008) για τον αρνητισμό στις τηλεοπτικές πολιτικές διαφημίσεις, στην Ελλάδα, την περίοδο 1993-2007. Για την Κύπρο ενδεικτικά η μελέτη του Κολοβού (2015) για τη χρήση των αρνητικών ηθοτικών επιχειρημάτων στις τηλεμαχίες των προεδρικών εκλογών 2008 και 2013. 
[4] Μηνύματα κομμάτων στην προεκλογική εκστρατεία: ΔΗΣΥ: «Σταθερή Προοπτική»· ΑΚΕΛ: «Μπορείς να κάνεις τη διαφορά»· ΔΗΚΟ: «Η Κύπρος μπροστά»· ΕΔΕΚ: «Υπερασπιζόμαστε την Κυπριακή Δημοκρατία»· Συμμαχία Πολιτών: «Ώρα να σταθούμε στα πόδια μας-Μπορούμε»· Κίνημα Αλληλεγγύη: «Με αλληλεγγύη μπορούμε».
[7] Το μέτρο ήταν 1,79% (100% / 56 έδρες).
[8] Απαιτούμενο ποσοστό συμμετοχής στη β’ κατανομή 3,6% και στη γ’ κατανομή 7,2%.