Κυριάκος Σ. Κολοβός
‘Ένας Πρόεδρος δεν μπορεί να κάνει κατάχρηση των
νόμιμων εξουσιών της εθνικής κυβέρνησης ορίζοντας το προσωπικό του συμφέρον ως
συνώνυμο με το εθνικό συμφέρον ή επινοώντας προφάσεις για να συγκαλύψει την
επιδίωξη προσωπικού συμφέροντος υπό το πρόσχημα του εθνικού συμφέροντος’.
Ένα
ρεπορτάζ του al-Jazeera για το Citizenship by Investment Program (CBI), που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη του 2020, αποκαλύπτει ότι η διαφθορά
στην Κύπρο φτάνει μέχρι το ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Δύο μήνες αργότερα κυκλοφορεί το βιβλίο του
Μακάριου Δρουσιώτη, «Συμμορία», το οποίο επιβεβαιώνει τις δοσοληψίες ανάμεσα
στο οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο της Κύπρου, με αφορμή την οικονομική
κρίση του 2013. «Η
Συμμορία» αποτελεί μάλλον την πιο ολοκληρωμένη δημοσιογραφική έρευνα η οποία
ασχολείται εκτεταμένα με τη διαπλοκή και τα οικονομικά συμφέροντα ανάμεσα στις
δομές εξουσίας στην Κύπρο∙ θεσμοθετημένες ή μη. Το βιβλίο
αποτελείται από τρία κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο, κεντρικό πρόσωπο είναι ο
Πρόεδρος Αναστασιάδης ο οποίος παρουσιάζεται ως introducer. Από τη μια, ως δικηγόρος-εκπρόσωπος
μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και από την άλλη ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο
οποίος πρέπει να λάβει κρίσιμες αποφάσεις, συγκρουόμενες με αυτά τα συμφέροντα,
μετά τις αποφάσεις του Eurogroup. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύεται το
παρασκήνιο που ακολούθησε την προσπάθεια επιβολής των διαφόρων ομάδων
συμφερόντων επί των ερειπίων της κυπριακής οικονομίας, ενώ στο τρίτο κεφάλαιο
περιγράφεται η τιμωρία (νέμεσις) και οι συνέπειες που έχει υποστεί ο τόπος από
αυτές τις ενέργειες. Ο συγγραφέας,
αντλώντας υλικό από το προσωπικό του ημερολόγιο, τα πρακτικά των συνεδριάσεων
του υπουργικού συμβουλίου, της Βουλής
και το μαρτυρικό υλικό της διερευνητικής επιτροπής για την Οικονομία,
τον τοπικό και διεθνή τύπο, βιβλία που εκδόθηκαν από πρόσωπα κλειδιά,
κατά την επίμαχη περίοδο, παρουσιάζει στοιχεία τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί,
ακόμη, με επίσημο τρόπο.
Στόχος του παρόντος κειμένου είναι να προσεγγίσει κριτικά τα
όσα αναφέρονται στο βιβλίο «Συμμορία». Η κριτική ενός βιβλίου, δεν αποτελεί
υποκατάστατο του βιβλίου, αλλά είναι χρήσιμη για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον,
αποτελεί μια δευτερογενή ερμηνεία των όσων περιγράφει ο συγγραφέας. Δεύτερον,
διατυπώνει ερωτήματα, για περαιτέρω προβληματισμό του αναγνώστη. Όπως σημειώνει
η Belsey:
‘Το αντικείμενο του κριτικού δεν είναι η αναζήτηση της συνοχής ενός
έργου, αλλά η πολλαπλότητα και η ποικιλομορφία των νοηματοδοτήσεών του, η ατέλειά
του, οι παραλείψεις που εμφανίζει αλλά δεν μπορεί να περιγράψει, και κυρίως τις
αντιφάσεις του… [Η κριτική] είναι διαθέσιμη για μια νέα διαδικασία παραγωγής
νοήματος από τον αναγνώστη, και σε αυτή τη διαδικασία μπορεί να προσφέρει μια
πραγματική γνώση των ορίων της ιδεολογικής αναπαράστασης.
Το «κατηγορώ» του συγγραφέα και η προσωπική του ομολογία
Η Οικονομία αναδείχθηκε ως μείζον και ξεχωριστό ζήτημα στις
προεδρικές εκλογές του 2013. Οι αρνητικοί δημοσιονομικοί δείκτες, ο ιδιωτικός
δανεισμός και η υπερ-επέκταση των κυπριακών τραπεζών έθεταν υπό αμφισβήτηση την
οικονομική βιωσιμότητα του κράτους. Αποτέλεσμα ήταν η συνολική εικόνα της
Κύπρου, στο εξωτερικό, να γίνεται ολοένα και πιο αρνητική, αντικαθιστώντας τη
θεματική δυναμική του Κυπριακού με το πρόβλημα της Οικονομίας.
Εσωτερικά, ενώ στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις οι βασικοί πυλώνες
συζήτησης ήταν το Κυπριακό και τα θέματα Εσωτερικής Διακυβέρνησης, στα οποία
εντασσόταν η Οικονομία, ξαφνικά το οικονομικό πρόβλημα απέκτησε τη δική του
θεματική ενότητα στην προεκλογική εκστρατεία.
Σύμφωνα με τον Δρουσιώτη η συμπόρευσή του με τον Νικό
Αναστασιάδη, στα κρίσιμα ζητήματα, τον οδήγησαν στην ενεργό υποστήριξη του
Αναστασιάδη στις προεδρικές εκλογές του 2013. Από τη μια, η οικονομική κρίση
και από την άλλη η από κοινού υποστήριξη του «Ναι» στο σχέδιο Ανάν το 2004,
οδήγησαν τον δημοσιογράφο να πιστέψει στο σύνθημα του επιτελείου Αναστασιάδη
ότι «η κρίση θέλει ηγέτη».
Μάλιστα, όπως εξομολογείται, η δεκαετής συνεργασία τους πίστευε ότι είχε
εξελιχθεί σε φιλία
οδηγώντας τον στην ομάδα του προεδρικού ως «στρατιώτη»
που θα υπηρετούσε το καλό του τόπου. Σύντομα, η ελπίδα του μετατρέπεται σε
απογοήτευση. Θεωρεί ότι και ο ίδιος παραπλανήθηκε καταλήγοντας στο συμπέρασμα
ότι «αυτή η χώρα δεν έχει μέλλον για νέους ανθρώπους»,
καθώς: «η Κύπρος είναι όμηρος των ειδικών συνθηκών του εθνικού προβλήματος
το οποίο έγινε μέσο λαφυραγώγησης της εξουσίας».
Επεξηγώντας τη συλλογιστική του θεωρεί πως οι υπερεξουσίες που απέκτησε ο
εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, λόγω της συνταγματικής ανωμαλίας που
επικρατεί στο νησί μετά το 1963, σε συνδυασμό με την αδυναμία των θεσμών να
διαδραματίσουν έναν εξισορροπιστικό ρόλο, έχουν αφήσει ελεύθερο το πεδίο σε ένα
διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας να δρα σαν συμμορία.
Δηλαδή, σύμφωνα με τον συγγραφέα, το Κυπριακό αποτελεί το παραγωγικό αίτιο ενός
στρεβλού πολιτικού συστήματος το οποίο εξελίσσεται σε μια διεφθαρμένη δομή.
Μετά την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου εγείρονται τρία σοβαρά
ζητήματα για φυσικά πρόσωπα, νομικούς και θεσμικούς οργανισμούς: Πρώτον, αυτοί που
κατηγορούνται δεν έχουν ασκήσει αγωγές εναντίον του συγγραφέα, προκειμένου να
υπερασπίσουν την προσωπική τους τιμή και υπόληψη. Δεύτερον, τα παραδοσιακά Μέσα
Ενημέρωσης δεν έχουν καλέσει τον συγγραφέα να παρουσιάσει το βιβλίο του στο
ευρύ κοινό, παίζοντας, μάλλον, έναν αμφιλεγόμενο ρόλο.
Τρίτον, η κυπριακή δικαιοσύνη δεν ζήτησε αυτεπαγγέλτως έρευνα για τα όσα καταμαρτυρούνται
στο βιβλίο, κάτι που έπραξε στην περίπτωση του ρεπορτάζ του Al- Jazeera.
«Το Διεφθαρμένο Σύστημα στην Κύπρο- Το Κούρεμα και η Διαπλοκή
Πολιτικών και Δικηγόρων»
Η διαφθορά και η διαπλοκή δεν αποτελούν μόνο τοπικό φαινόμενο.
Ακόμη και σε φερόμενες προηγμένες δημοκρατίες, όπως των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες
με ετήσιες εκθέσεις κρίνουν το επίπεδο διαφθοράς στον υπόλοιπο πλανήτη, εμφανίζονται
ανάλογα φαινόμενα. Ο John Bolton, τέως σύμβουλος ασφαλείας των ΗΠΑ, επί
προεδρίας Τραμπ, εκδίδοντας το βιβλίο του ‘The Room Where It Happened’ κατηγορεί ευθέως τον Πρόεδρο Τραμπ για
διαπλοκή με στόχο την επανεκλογή του:
‘Αν ο Λευκός Οίκος δεν είχε επικεντρωθεί αποκλειστικά στις πτυχές της Ουκρανίας και του μπλεξίματος των προσωπικών συμφερόντων του Trump (πολιτικών είτε οικονομικών), αλλά στο κινούμενος στο ευρύτερο πρότυπο της συμπεριφοράς του - συμπεριλαμβανομένων των εκστρατειών πίεσης που αφορούσαν τις Halkbank, ZTE και Huawei μεταξύ άλλων - θα υπήρχε μια μεγαλύτερη ευκαιρία να πειστούν άλλοι για τη διάπραξη "εγκλημάτων και πλημμελημάτων". Στην πραγματικότητα, δύσκολα εντοπίζω οποιαδήποτε σημαντική απόφαση Trump, κατά τη διάρκεια της θητείας μου, που να μην βασίζεται στους υπολογισμούς για την επανεκλογή του’.
Χωρίς αυτό να αποτελεί δικαιολογία για το Κυπριακό σύστημα
εξουσίας – αφού συμβαίνει και αλλού, γιατί όχι και εδώ;- το βιβλίο του Bolton όπως και του Δρουσιώτη, περιγράφουν
εξυπηρέτηση συμφερόντων με στόχο την πολιτική επιβίωση των εμπλεκομένων. Δηλαδή,
οι πρώην σύμβουλοι χρεώνουν στους προϊστάμενους τους ότι κάνουν το παν, χωρίς
ηθικούς φραγμούς και αναστολές, για να μπορέσουν να επανεκλεγούν στα αξιώματά
τους.
Το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα κυπριακά πολιτικά κόμματα δεν
αναφέρουν το βιβλίο «Συμμορία», στη δημόσια συζήτηση, οδηγεί τον αναγνώστη σε πολλαπλές
ερμηνείες και ερωτήματα: Θέλουν να το αποκρύψουν διότι είναι τα ίδια διαπλεκόμενα;
Τα γραφόμενα είναι ανυπόστατα και δεν χρήζουν καμίας σημασίας; Το συγγραφικό
έργο του Δρουσιώτη είναι τέτοιο που απωθεί τα κόμματα να το χρησιμοποιήσουν ως
πηγή άντλησης πληροφοριών; Ο συγγραφέας δίνει τη δική του ερμηνεία για τη στάση
των επικεφαλής των κομμάτων κατά τις κρίσιμες αποφάσεις του Μαρτίου του 2013,
και αργότερα, αποδίδοντας διαφορετικά κίνητρα στον καθένα. Μεταξύ τους ίσως
κρύβονται οι απαντήσεις γιατί οι πρωταγωνιστές αποφεύγουν επιμελώς να αναφερθούν
το βιβλίο.
Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης βρισκόταν στον πυρήνα του κυκλώματος
δικηγόρων-τραπεζιτών και ελεγκτών.
Μεθόδευσε την απόρριψη της πρώτης συμφωνίας με το Eurogroup από τη Βουλή, εκμεταλλεύτηκε τον
λαϊκισμό των κομμάτων, καπηλεύτηκε τον πατριωτισμό των Κυπρίων να πληρώσουν τον
λογαριασμό για να γλιτώσουν οι Ρώσοι καταθέτες και αποποιήθηκε των ευθυνών του
φορτώνοντας την ευθύνη στην πρώτη απόφαση της Βουλής.
Το αντιπολιτευόμενο ΑΚΕΛ, επιδιώκοντας τη δικαίωση μέσα από την κατάρρευση της
πολιτικής Αναστασιάδη,
εξυπηρετώντας τις ιδεοληψίες του που δεν ήθελαν την Τρόικα στη χώρα, επιδιώκοντας
την έξοδο από την Ευρωζώνη και τη μη διασάλευση των κυπρο-ρωσικών σχέσεων,
συνέπλεε κατά παράδοξο τρόπο με τις αποφάσεις Αναστασιάδη.
Τα υπόλοιπα κόμματα τηρώντας μια φιλορωσική στάση έγιναν εξαρτήματα της
στρατηγικής Αναστασιάδη ο οποίος καλλιεργούσε την ψευδαίσθηση για ρωσική αρωγή.
Οι ανεξάρτητοι θεσμοί βρίσκονταν σε μία κατάσταση ύπνωσης ενώ τα Μέσα
Ενημέρωσης έγιναν εξαρτήματα της κομματικής λογικής επαληθεύοντας την
διαπίστωση ότι στο σύγχρονο σύστημα πολιτικής επικοινωνίας η επικράτηση της «κομματικής
λογικής» έναντι της «λογικής του Μέσου» έχει δημιουργήσει μια σχέση
αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε δύο βασικούς πυλώνες της σύγχρονης δημοκρατίας.
Δεύτερη Ανάγνωση: Ρητορικό ήθος και δίπολα αντιπαράθεσης
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο συγγραφέας έχει κεντρική
θέση στα γεγονότα είναι αναπόφευκτη η παρεμβολή δικών του μεροληψιών. Η
δημοσιογραφική αντικειμενικότητα και η αποστασιοποίηση από τα γεγονότα είναι
έννοιες που καταβαραθρώνονται όταν ο συντάκτης ενός κειμένου παίρνει θέση
ευθυγραμμιζόμενος με τις απόψεις μιας ομάδας. Χρησιμοποιώντας το Ήθος,
ως έννοια του πεδίου της Ρητορικής, με φιλοσοφικές καταβολές, και την Ταυτότητα
από το πεδίο της Κοινωνικής Ψυχολογίας, επιχειρείται μια διαφορετική
προσέγγιση του βιβλίου, πέραν από την απλή ανάγνωση.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη το Ήθος είναι συνυφασμένο με την
αξιοπιστία του ρήτορα. Στο υπό ανάλυση βιβλίο το ήθος παρίσταται και
χρησιμοποιείται ως άμεση ή και ως έμμεση αμφισβήτηση των κεντρικών προσώπων. Οι
κατά πρόσωπο επιθέσεις αποτελούν απευθείας αμφισβήτηση του ήθους ενός δρώντος
υποκειμένου. Η παρουσίαση ενός προέδρου εξαρτημένου από το ποτό, ο οποίος «ήδη
πιωμένος και νυσταγμένος έχασε τη ψυχραιμία του και άρχισε να ωρύεται»
και ότι «αρχίζει κατά τις 10 το πρωί
να πίνει μερικά ουίσκι… μέχρι τις 12 αρχίζει να φαίνεται η επίδραση του ποτού
στη συμπεριφορά του και στις 2 πίνει το ουίσκι ως αναψυκτικό για να πάει για
ύπνο»
δημιουργεί αλγεινή εντύπωση, συμπαρασύροντας το ήθος του θεσμού με το ήθος του
προσώπου που τον υπηρετεί. Σε μια άλλη περίπτωση, η περιγραφή ότι γνωστός
δικηγόρος ο οποίος είχε την απαίτηση να τον ακούει ο Αναστασιάδης διότι ήταν
βασικός χρηματοδότης της προεκλογικής του εκστρατείας, με χρήματα Ρώσου
ολιγάρχη, οδηγεί
στο συμπέρασμα για την ύπαρξη φράξιας. Η συσχέτιση του Αναστασιάδη με κυκλώματα
αφαιρεί με έμμεσο τρόπο από το ήθος του κατασκευάζοντας την εικόνα ενός
εξαρτώμενου Προέδρου ο οποίος θέτει το προσωπικό του συμφέρον υπεράνω του κοινού
καλού. Επιπλέον, η αναφορά ότι «ο
Αναστασιάδης αρνείτο να δει την πραγματικότητα, πόσο μάλλον να τη διαχειριστεί»
σε συνδυασμό με το ότι «είχε μια στρεβλή αντίληψη για τον ELA» παρουσιάζουν τον Πρόεδρο με μειωμένες γνωσιακές και
αντιληπτικές ικανότητες αμφισβητώντας, συμπερασματικά, τις αποφάσεις του.
Οι παραλληλισμοί και οι αναλογίες είναι άλλη μια στρατηγική
αποδόμησης που ακολουθεί ο συγγραφέας. Ταυτίζοντας τον Πρόεδρο Αναστασιάδη με
πολιτικά πρόσωπα διαμετρικά αντίθετων απόψεων, δημιουργεί αμφιβολίες στους
αναγνώστες. Τον παρουσιάζει ως μια διχασμένη, πολιτικά, προσωπικότητα και
διερωτάται: «Τι είχε συμβεί λοιπόν και ο Αναστασιάδης… έγινε σε μερικές ώρες
Ζαχαρίας Κουλίας;» συσχετίζοντας τον Αναστασιάδη με το τρέχων «απορριπτικό»
μπλοκ της Βουλής και κατ’ επέκταση με τον «απορριπτισμό» στο Κυπριακό.
Επιπλέον, μέσω της αναλογίας «ο Αναστασιάδης ακολουθεί τις πρακτικές
Χριστόφια…»
ταυτίζει τον Αναστασιάδη με πρόσωπο το οποίο αντιπολιτεύτηκε, ιδιαιτέρως στην
οικονομική πολιτική, αντιγράφοντας όμως τις μεθόδους του. Συνεπώς, η αποδόμηση
του Προέδρου Αναστασιάδη, με πολιτικούς όρους, επιτελείται διά της ταύτισής του
με πρόσωπα και πολιτικές τις οποίες είχε απορρίψει στο παρελθόν και τις
υιοθετεί στον χρόνο πραγματοποίησης των γεγονότων.
Σε ολόκληρη την πλοκή του βιβλίου αναφύονται διάφορα δίπολα
αντιπαράθεσης ταυτότητας - ετερότητας. Ο συγγραφέας φροντίζει να κάνει διακριτά
τα όρια ανάμεσα στο «εμείς» και οι «άλλοι» τοποθετώντας εαυτόν στην πρώτη ομάδα.
Ενδεικτικά, αναφέρονται: «Λογικοί Vs Λαϊκιστές», «Αντι-ρώσοι Vs Φιλο-ρώσοι», «Ευρωπαϊστές Vs Αντι-ευρωπαϊστές», «Μνημονιακοί Vs Αντι-μνημονιακοί». Τα δίπολα δεν
απαρτίζονται κατ’ ανάγκην από δύο αμιγείς ομάδες, αλλά δομούνται με βάση την
οπτική και τα συμφέροντα κάθε ομάδας. Ο συγγραφέας τηρώντας μια αντι-ρωσική
στάση θεωρεί αναγκαίο το μνημόνιο με την Τρόικα, μέσα από τις ευρωπαϊκές δομές,
αποτάσσοντας τον λαϊκισμό και προτάσσοντας τη λογική μιας κατασκευασμένης
«εκλογίκευσης», σύμφωνα με τη δική του θεώρηση. Το μνημόνιο παρουσιάζεται ως η
θεραπεία καθώς με «γρήγορη και αποτελεσματική διαχείριση, η κατάσταση
εξομαλύνθηκε με γρήγορους ρυθμούς, η καθοδική πορεία της οικονομίας αντιστράφηκε
και επέστρεψε ξανά η ανάπτυξη, αλλά με βαρύτατο τίμημα για όσους πλήρωσαν τον
λογαριασμό των τραπεζών, όπως οι μέτοχοι, οι κάτοχοι αξιογράφων, και κυρίως οι
κουρεμένοι καταθέτες».
Το μνημόνιο και οι πρακτικές λιτότητας που επίδρασαν αρνητικά τόσο στην
Οικονομία όσο και στη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, αποφεύγεται να αναφερθούν
επιμελώς, εστιάζοντας στο επιχείρημα «ότι η κρίση του 2013 ήταν μια μεγάλη
ευκαιρία για κάθαρση και ανασυγκρότηση των θεσμών… [η οποία] χάθηκε διότι ο
‘ηγέτης της κρίσης’ που έπρεπε να ηγηθεί του εκσυγχρονισμού ήταν στον πυρήνα
του προβλήματος».
Μέσα από την αφήγηση του Δρουσιώτη παρουσιάζεται η οπτική
μίας σχολής σκέψης η οποία πιστεύει ότι η Κύπρος οδηγήθηκε στα πρόθυρα της
χρεοκοπίας εξαιτίας, αποκλειστικά, εσωτερικών παραγόντων. Οι λάθος χειρισμοί, η
διαφθορά και τα πολιτικά παιγνίδια ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν στις
αποφάσεις του Eurogroup. Συντάσσεται με κάποιους συνεργάτες του Προέδρου Αναστασιάδη
οι οποίοι λειτουργούν ως η φωνή της «λογικής» ανάμεσα στον παροξυσμό και στον
λαϊκισμό που επικρατούσε εκείνες τις ημέρες. Παρουσιάζοντας τη Βουλή και την πλειοψηφία
των βουλευτών ως ανίκανους να αντιληφθούν τι πραγματικά συνέβαινε δημιουργεί
την εικόνα ενός διαλυμένου κράτους το οποίο υπάρχει λόγω τύχης και συγκυριών.
Αντιθέτως, σε κάποιες περιπτώσεις εκθειάζει τους Ευρωπαίους για τα περιθώρια
και την ανοχή που επέδειξαν, υιοθετώντας κάποιες από τις προτάσεις του
Αναστασιάδη, όπως το αρχικό ποσοστό του κουρέματος το οποίο περιοριζόταν σε
μονοψήφιο αριθμό. Μάλιστα, θεωρεί ότι η κ. Μέρκελ ήταν εκείνη η οποία έσωσε τα
ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων καθώς η κυβέρνηση ήταν έτοιμη να τα
παραχωρήσει προκειμένου να διασωθούν οι τράπεζες. Σε αυτό το σημείο ο Δρουσιώτης
μέμφεται τον Αναστασιάδη για την προσπάθεια διασφάλισης των συμφερόντων των
πελατών του δικηγορικού του γραφείου εις βάρος των Κυπρίων πολιτών.
Συμπερασματικά, η Κύπρος παρουσιάζεται ως ένα αποσαθρωμένο ευρωπαϊκό κράτος το
οποίο καταδικάζεται αποκλειστικά από τις πράξεις των εσωτερικών δρώντων ενώ οι
ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι εξωγενείς παράγοντες βρίσκονται στο απυρόβλητο.
Μοναδική χώρα η οποία μπαίνει στο στόχαστρο του συγγραφέα είναι η Ρωσία και ο
Πρόεδρο Πούτιν τους οποίου θεωρεί εξίσου διεφθαρμένους.
Γενική Αποτίμηση
Το βιβλίο «Συμμορία»
μπορεί να φανεί χρηστικό για τις επόμενες γενιές και να συμβάλει στον
μετασχηματισμό ενός κομματικούς συστήματος το οποίο βρίσκεται σε τέλμα. Το
γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ως πηγή άντλησης επιχειρημάτων στις βουλευτικές
εκλογές του 2021 δεν σημαίνει ότι μπορεί να λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο στις
προεδρικές εκλογές του 2023. Άλλωστε, κατά το παρελθόν οι αποκαλύψεις των
εγγράφων των WikiLeaks που αφορούσαν την Κύπρο αποτελέσαν σημείο τριβής ανάμεσα στα εκλογικά
επιτελεία των προεδρικών υποψηφίων. Ο αναγνώστης-ψηφοφόρος μπορεί να το
χρησιμοποιήσει ως μέρος της αποκωδικοποίησης κινήσεων που εκτελούνται στην
πολιτική σκακιέρα και να ερμηνεύσει γεγονότα που απασχόλησαν την επικαιρότητα
και καθορίζουν μέχρι σήμερα τις πολιτικές που ακολουθούνται στην Οικονομία.
Το βιβλίο στηρίζεται στη διχοτόμηση ανάμεσα στην ταυτότητα
και στην ετερότητα, υπερβαίνοντας σε κάποια σημεία τον πολιτικό ορθολογισμό (political correctness), αποπνέοντας εμπάθεια προς την
ετερότητα. Αυτό διαπιστώνεται μέσα από τις τοποθετήσεις του συγγραφέα οι οποίες
δεν περιορίζονται στην απλή παράθεση των γεγονότων, αλλά, εμπεριέχουν την
προσωπική του τοποθέτηση επί των γεγονότων. Σημαντική έννοια η οποία
σηματοδοτεί τη στάση του συγγραφέα ως προς τους πρωταγωνιστές του έργου του
είναι η κατασκευή του ήθους τους. Δηλαδή, πέραν της περιγραφικής διάστασης του
ήθους ιδιαίτερη σημασία αποκτούν αναφορές και επιχειρήματα που στρέφονται κατά
του ήθους αυτών των προσώπων, με καυστικό τρόπο.
Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αναπτύσσει μια σχέση συνεργασίας-φιλίας
με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, η οποία μετατρέπεται το επόμενο διάστημα σε σχέση
οργής και «κατηγορώ» δεν μπορεί να αφαιρέσει από την αξία της μαρτυρίας του.
Αντιθέτως, μπορεί να πιστωθεί με θάρρος και τόλμη για το εγχείρημα να
αμφισβητήσει τον πρώτο πολίτη της Δημοκρατίας και το κομματικό σύστημα με την
έκδοση ενός βιβλίου καταπέλτη. Το ότι δεν μένει αμέτοχος από την εξέλιξη των
γεγονότων οδηγεί σε δύο επιπρόσθετα συμπεράσματα: Πρώτον, ότι η συγγραφή του
βιβλίου λειτουργεί προς την κατεύθυνση της διαφάνειας και δεύτερον, είναι το
δικό του mea culpa για την εμπιστοσύνη που επέδειξε στο πολιτικό σύστημα και
στον Αναστασιάδη, προσωπικά. Δηλαδή, το βιβλίο λειτουργεί λυτρωτικά για τον
ίδιο και για τα λάθη τα οποία διέπραξε σε αυτή τη διαδρομή.